κύαθος


κύαθος
Αγγείο της αρχαιότητας. Το σχήμα του μοιάζει με αυτό του κυπέλλου, με τη διαφορά ότι φέρει ευμεγέθη και κάθετη προς το χείλος λαβή. Το χρησιμοποιούσαν για να αντλούν κρασί από τον κρατήρα και να σερβίρουν τα αγγεία πόσεως. Λειτουργούσε και ως μονάδα χωρητικότητας.
* * *
ο (AM κύαθος)
κάθε μικρή κοιλότητα, όπως τών ανθέων, που μοιάζει με μικρό ποτήρι, με κύπελλο («κύαθοι κλειδῶν ἀνεστηκότες» — κοιλότητες γύρω από τις κλείδες τού ώμου, Φιλόστρ.)
νεοελλ.-μσν.
κύπελλο για θερμά ποτά, κούπα, φλιτζάνι
αρχ.
1. αγγείο με το οποίο αντλούσαν κρασί από τον κρατήρα και έχυναν στα κύπελλα («ἀρύσαντες ἀπ' αὐτῆς τῷ κυάθω εἰς τὴν ἀριστεραν χεῑρα ἐγχεάμενοι καταρροφοῡσι», Ξεν.)
2. αττικό μέτρο χωρητικότητας υγρών που περιλάμβανε δύο κόγχες ή τέσσερα μύστρα και ισοδυναμούσε με 0, 045 περίπου τού λίτρου
3. χάλκινη βεντούζα.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Η λ. συνδέεται πιθ. με τη λ. κύαρ* «κοιλότητα» (πρβλ. και κύαμος) και εμφανίζει επίθημα -θoς (πρβλ. γυργα-θός, λήκυ-θος), ενώ, κατ' άλλους, ανήκει στο προελληνικό γλωσσικό υπόστρωμα. Τη λ. δανείστηκε η λατ. με τη μορφή cyathus].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Κύαθος — ladle masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Κυάθω — Κύαθος ladle masc nom/voc/acc dual Κύαθος ladle masc gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Κυάθοις — Κύαθος ladle masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Κυάθοισι — Κύαθος ladle masc dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Κυάθοισιν — Κύαθος ladle masc dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Κυάθου — Κύαθος ladle masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Κυάθους — Κύαθος ladle masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Κυάθων — Κύαθος ladle masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Κυάθῳ — Κύαθος ladle masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Κύαθε — Κύαθος ladle masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.